top of page

Η Ρήξη με το Μηδέν του Αρέθα Παπαθανασίου

Sep 6
4 min read

Updated: Sep 9

Ένα σημείωμα του μοντέρ.

Ο Αρέθας Παπαθανασίου γεννήθηκε το 2002 και κατοικεί και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε στη Σχολή Λ. Σταυράκου και μέχρι σήμερα η πορεία του κινείται ανάμεσα στον κινηματογράφο, το φως και τη σκηνική πράξη. Έχει εργαστεί σε ταινίες μικρού μήκους, ενώ έχει συμμετάσχει σε παραγωγές που έχουν διακριθεί σε φεστιβάλ, όπως η «Να θυμάσαι ότι πατάς στη γη – Earthbound», που απέσπασε το Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Δράμας, και η «Ηλίθια Διλήμματα – Love is a Heavy Load», που απέσπασε το βραβείο Καλύτερης Σπουδαστικής Ταινίας στο Micro μ Festival. Αυτή την περίοδο ολοκλήρωσε και παρουσιάζει την πρώτη του ταινία μικρού μήκους ως σκηνοθέτης, «Η Ρήξη με το Μηδέν – Rapture with Zero», καθώς και την performance «Η Γεύση του Κερασιού».


In this striking poster design, the rectangular frame captures Iphigenia completely surrounded by an absolute, void-like emptiness. Her solitary figure stands isolated against the vast white space, powerfully evoking feelings of existential dread, alienation, and overwhelming silence.

Η «Ρήξη με το Μηδέν» είναι, θα έλεγα, μια πρώτη καταγραφή μνήμης και υπαρξιακών καταστάσεων. Μια ταινία όπου τα βιώματα δεν παρουσιάζονται ως κάτι σταθερό και ξεκάθαρο, αλλά μοιάζουν να ξεχύνονται, να διασπώνται και να μετασχηματίζονται.

Και ίσως η λέξη που βρίσκεται πιο βαθιά στον πυρήνα της ταινίας να είναι η «ασυνέχεια».


Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΑΣΥΝΕΧΕΙΑΣ

Η ταινία ξεκινά μέσα από μια αίσθηση απόστασης. Από έναν τόπο που έμεινε υπόσχεση, από μια πόλη που μαθαίνει να σιωπά, από μια ύπαρξη που μοιάζει να βρίσκεται ανάμεσα σε διαφορετικούς τόπους, χρόνους και ταυτότητες. Η φωνή της γυναικείας φιγούρας μιλά για μια ελπίδα «ριζωμένη στο κενό» και για έναν παλμό που ταξιδεύει χρόνια, αναζητώντας το δικό του σώμα. Αυτή η αίσθηση της αναζήτησης υπήρχε και μέσα στις ίδιες τις εικόνες. Στο κέντρο της βρίσκεται μια γυναικεία φιγούρα, η οποία κινείται διαρκώς προς ένα «άνοιγμα». Μια κίνηση που δεν αφορά μόνο τον χώρο, αλλά και τον χρόνο, τη μνήμη και την ίδια της την ύπαρξη. Είναι σαν να αναζητά έναν τρόπο να περάσει μέσα από τα όρια που την περιβάλλουν — τα προσωπικά, τα ψυχικά, αλλά και τα πραγματικά, τα υλικά όρια του κόσμου.


Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΤΑΖ

Από τη δική μου θέση ως μοντέρ, αυτό το «άνοιγμα» δεν μπορούσε να είναι μόνο αφηγηματικό. Έπρεπε να υπάρξει και στον τρόπο με τον οποίο οι εικόνες συναντιούνται. Να επιτρέψουμε στην ταινία να κινηθεί ελεύθερα ανάμεσα στον χώρο και στον χρόνο, ανάμεσα σε αυτό που θυμόμαστε και σε αυτό που ίσως φανταζόμαστε ότι θυμόμαστε. Δεν με ενδιέφερε να κλείσω όλες τις ρωγμές. Ίσως γιατί η ταινία δεν μιλά για την αποκατάσταση μιας χαμένης συνέχειας, αλλά για την αποδοχή της ασυνέχειας και την προσπάθεια να δημιουργηθεί μέσα από αυτήν μια νέα σχέση.



Τα Ερείπια ως Ίχνη Ταυτότητας

Τα ερείπια είναι παντού παρόντα στην ταινία. Από το μισογκρεμισμένο σπίτι μέχρι την παρατημένη εκκλησία, όπου η γυναικεία φιγούρα αναζητά μια μορφή απομόνωσης. Η φθορά των κτιρίων, η εγκατάλειψη, η αίσθηση ότι κάποτε κάτι υπήρχε εκεί ολόκληρο και τώρα υπάρχει μόνο ως ίχνος, συνομιλούν με τη δική της ανεστιότητα, τη νοσταλγία και την αίσθηση μιας ταυτότητας που μοιάζει να βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση. Τα κτίρια αυτά μοιάζουν να έχουν χάσει ένα κομμάτι της ιστορίας τους. Κι όμως, παραμένουν εκεί. Ίσως γι’ αυτό και το παρελθόν στην ταινία δεν εμφανίζεται ποτέ ως κάτι ολοκληρωμένο. Εμφανίζεται σαν θραύσμα. Σαν ένα βλέμμα. Σαν μια φωνή. Σαν μια απουσία.


A frame from the house in the movie

Οι Μητέρες της Απουσίας και της Σύνδεσης

Η ταινία μιλά για "τις μητέρες μου" — για τις γυναίκες που νανούρησαν, αλλά και για εκείνες που νανούρησαν μέσα από την απουσία τους. Για εκείνη που χάρισε το βλέμμα της, εκείνη που το άφησε να χαθεί στο άπειρο και εκείνη που το έφερε ξανά στο βλέμμα της.


Η μητρότητα, έτσι, γίνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια βιολογική σχέση. Γίνεται μνήμη, απώλεια, προσφορά, απουσία και τελικά σύνδεση. Και μέσα από αυτή τη διαρκή κίνηση προς το «άνοιγμα», η ταινία μοιάζει να δημιουργεί μια ωδή στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Και ταυτόχρονα μια ωδή στη μητρότητα — όχι ως μια αυτονόητη ή δεδομένη συνθήκη, αλλά ως μια δυνατότητα. Ως κάτι που μπορεί να γεννηθεί μέσα από το άνοιγμα του εαυτού προς τον άλλον και προς έναν κόσμο πέρα από τα όρια που τον ορίζουν.

Το Κόκκινο, τα Όρια και η Μετάβαση

Η έννοια του κόκκινου, μοιάζει να σηματοδοτεί ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Δεν είναι απλώς ένα χρώμα. Είναι θερμότητα, κίνδυνος, γέννηση, είσοδος. Είναι η στιγμή που η μοναξιά ενός ανθρώπου έρχεται σε επαφή με την ατμόσφαιρα ενός άλλου. Και εδώ η ταινία συναντά ξανά το ζήτημα των ορίων. Σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος, η βία και οι διαχωρισμοί συνεχίζουν να χαράζουν σύνορα ανάμεσα στους ανθρώπους, η ταινία θέτει, σχεδόν υπόγεια, το ερώτημα.




Η γυναικεία φιγούρα μοιάζει να προσπαθεί να τα υπερβεί. Να τα διαρρήξει, να περάσει μέσα από αυτά και, ίσως, να τα μετασχηματίσει. Και όσο η ταινία προχωρά, η απόσταση αρχίζει να αλλάζει σημασία.


Στην αρχή η ασυνέχεια μοιάζει με απόσταση. Υπάρχει κάτι που χωρίζει. Κάτι που δεν μπορεί να ενωθεί. Στο τέλος, όμως, η ίδια η φωνή το λέει διαφορετικά: δεν είναι πτώση. Είναι η στιγμή που η ασυνέχεια παύει να είναι απόσταση και γίνεται η κοινή μας ανάσα.


Για μένα, αυτή είναι ίσως και η καρδιά της ταινίας. Όχι η προσπάθεια να ξαναβρούμε αυτό που χάθηκε ακριβώς όπως ήταν, αλλά η δυνατότητα να δημιουργήσουμε έναν καινούργιο δεσμό μέσα από όσα έχουν απομείνει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Από την ασυνέχεια στην κοινή ανάσα

Ίσως, λοιπόν, η «Ρήξη με το Μηδέν» να είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια: μια ρήξη με την ακινησία, με την απώλεια, με τα όρια που μοιάζουν δεδομένα και, ταυτόχρονα, μια κίνηση προς ένα άνοιγμα. Εκεί όπου, μέσα από τα ερείπια, τις απουσίες και τα θραύσματα της μνήμης, η ασυνέχεια μπορεί να πάψει να είναι μοναξιά και να γίνει, έστω για μια στιγμή, κοινή ανάσα.


In this quiet frame, Iphigenia stands by the window, her gaze drifting between the world outside and the painting resting on the floor. It is unclear whether she is looking out towards freedom or reflecting on the art at her feet, capturing a moment of silent longing and ambiguity.

Ίσως έχει μια ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι αυτή η πρώτη διαδρομή της ταινίας προς το κοινό ξεκινά από τον Πειραιά — μια πόλη που είναι, από τη φύση της, ένας τόπος μετάβασης, αναχώρησης και επιστροφής. Εκεί, στο 3ο Piraeus Port Film Festival, η «Ρήξη με το Μηδέν» συμμετέχει στο διαγωνιστικό πρόγραμμα ελληνικών ταινιών μικρού μήκους και συναντά για πρώτη φορά το κοινό μέσα σε ένα φεστιβάλ που μετατρέπει τον Πειραιά σε σημείο συνάντησης του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου, της εικαστικής έκφρασης και του πολιτισμικού διαλόγου.


Η ταινία θα προβληθεί την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026, στις 19:00, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στο πλαίσιο του διαγωνιστικού προγράμματος.







Φιλμογραφία





Comments


More information about me can be found on my about page. Want to work together? Got some feedback? Then please, by all means, get in touch. You can use this email address to send me a message, or ping me on Instagram, where you’re more likely to get a quick (and much shorter) response.

  • george Pavloudis LinkedIn profile
  • george Pavloudis YouTube profile
  • george Pavloudis Vimeo profile
  • george Pavloudis Instagram profile

Copyright © 2026. All rights reserved. Made with coffee & love in Greece.

bottom of page