Γλωσσάρι βασικών κινηματογραφικών όρων

Updated: Jul 31



Σε όλα τα στάδια της δημιουργίας μιας ταινίας, από το σενάριο και το pre-production μέχρι το μοντάζ και το post-production, ο νέος κινηματογραφιστής θα συναντήσει όρους που έχουν επικρατήσει στην ελληνική και διεθνή κινηματογραφική κοινότητα. Παρακάτω έχουν συγκεντρωθεί μερικοί βασικοί όροι, που θα τους βρείτε χρήσιμους.



A

αβάν-γκαρντ (avant-garde): Πρωτοποριακή καλλιτεχνική τάση πειραματισμού και εξερεύνησης των δυνατοτήτων του μέσου, κατά κανόνα συνοδευόμενη από ανατροπή των καθιερωμένων συμβάσεων.


αμερικέν (américain, αμερικανικό πλάνο): Καδράρισμα στο οποίο η ανθρώπινη μορφή φαίνεται από το γόνατο ως το κεφάλι. Ο όρος αποδίδεται στους Γάλλους κριτικούς, ως χαρακτηριστικό των αμερικανικών ταινιών στις δεκαετίες του 1930 και 1940.


άμεσο σινεμά (direct cinema): Παραλλαγή του cinéma verité που εξελίχθηκε κυρίως στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1960 και συνίσταται στην παρατήρηση και επιλεκτική καταγραφή αυθεντικής δράσης, χωρίς καμία συμμετοχή ή παρέμβαση του δημιουργού στα δρώμενα.


αναμορφική εικόνα (anamorphic): Εικόνα συμπιεσμένη πλευρικά έτσι ώστε η σχέση μεταξύ πλάτους και ύψους να ελαττώνεται.


ανάπτυξη σχεδίου παραγωγής (development): Στάδιο της παραγωγής οπτικοακουστικών έργων που αναφέρεται σε όλες τις ενέργειες και διαδικασίες που απαιτούνται από τη στιγμή της σύλληψης μιας ιδέας μέχρι τη συμπλήρωση του χρηματοδοτικού πλάνου και την έναρξη της υλοποίησης μιας παραγωγής. Το στάδιο αυτό συνήθως περιλαμβάνει απόκτηση δικαιωμάτων, έρευνα, συγγραφή και επιμέλεια σεναρίου, προετοιμασία προϋπολογισμού, χρηματοδοτικού πλάνου, φακέλου και προγραμματισμού παραγωγής, κάστινγκ, επαφές με πιθανούς συμπαραγωγούς, υποβολή προτάσεων σε χρηματοδοτικούς φορείς, σχεδιασμό μάρκετινγκ και πωλήσεων, σύναψη συμβολαίων, παραγωγή πιλότων κ.α. Το στάδιο της ανάπτυξης θεωρείται απαραίτητο και είναι δυνατόν να οδηγήσει σε υλοποίηση ή μη της σχεδιαζόμενης παραγωγής. Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος MEDIA, είναι στάδιο που ενισχύεται και αφορά την ανάπτυξη της παραγωγής κινηματογραφικών ή τηλεοπτικών ταινιών μεγάλου μήκους, δημιουργικών ντοκιμαντέρ, κινούμενων σχεδίων και πολυμέσων.


αξελερέ: Τεχνική με την οποία τα πρόσωπα και τα αντικείμενα του κάδρου φαίνονται να κινούνται με ταχύτητα μεγαλύτερη από την κανονική. Το αντίθετο της αργής κίνησης.


απόσβεση κόστους παραγωγής (Amortization of negative cost or of the cost of production): Λογιστική διαδικασία για να χρεωθεί το κόστος της παραγωγής μίας ταινίας έναντι των εσόδων της ταινίας, με σκοπό την απόσβεση αυτού του κόστους. Πιο συγκεκριμένα όλες οι δαπάνες που απαιτείται να γίνουν μέχρι την πρώτη κόπια της ταινίας.


αποστασιοποίηση: Μπρεχτικός όρος που σημαίνει την συναισθηματική αποδέσμευση του θεατή από τα δρώμενα με στόχο την παρακίνησή του σε κριτική συμμετοχή.


απρόβλεπτες δαπάνες (contingency line): Ένα επιπλέον μέρος του προϋπολογισμού για την πρόβλεψη της υπέρβασης του προϋπολογισμού παραγωγής. Για παράδειγμα επιπλέον γυρίσματα. Συνήθως κυμαίνεται στο 10% του κόστους "κάτω απο την γραμμή".


αργή κίνηση (slow-motion): Τεχνική με την οποία τα πρόσωπα και τα αντικείμενα του κάδρου φαίνονται να κινούνται με ταχύτητα μικρότερη από την κανονική. Το αντίθετο του αξελερέ.


assembly: Η πρώτη προσπάθεια τοποθέτησης όλων των πλάνων μιας ταινίας σε σεναριακή σειρά. Το πρώτο χοντρικό μοντάζ.


αφηγηματικός κινηματογράφος: Το είδος του κινηματογράφου στο οποίο ο θεατής παρακολουθεί την χρονική εξέλιξη μιας ιστορίας.



B

βάθος πεδίου (depth of field): Το μέρος του οπτικού πεδίου μπροστά και πίσω από το φωτογραφιζόμενο θέμα, όπου τα αντικείμενα παρουσιάζονται ευκρινή (νετ). Ένα μεγάλο βάθος πεδίου δίνει μια αίσθηση ενιαίου και συνεχούς χώρου με εστίες προσοχής σε διαφορετικές αποστάσεις, ενώ ένα μικρό βάθος πεδίου απομονώνει το θέμα από τον χώρο μπροστά και πίσω του (βλ. και εστίαση βάθους).


βερτικάλ (tilt): Η κατακόρυφη κίνηση της κάμερας όταν στρέφεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω, γύρω από τον σταθερό οριζόντιο άξονα.


break even point: Το σημείο στο οποίο όλα τα έξοδα που αφορούν την παραγωγή ή τη διανομή μιας ταινίας έχουν αποπληρωθεί και στο οποίο ο παραγωγός ή ο διανομέας δεν έχουν ούτε κέρδος ούτε ζημία.


bridging shot: Πλάνο που χρησιμοποιείται για να «γεφυρώσει», δηλαδή να καλύψει τι μετάβαση στο χρόνο, το χώρο ή οποιοδήποτε άλλη λύση της αφηγηματικής συνέχειας.


Γ

γενικό πλάνο: Καδράρισμα στο οποίο φαίνεται ολόκληρη η ανθρώπινη φιγούρα και ο περιβάλλων χώρος.


γκαγκ (gag) : Κωμικό εύρημα που βασίζεται κυρίως στην κίνηση και προκαλεί έκπληξη και γέλιο. Ιδιαίτερα δημοφιλές στις κωμωδίες του βωβού.


γωνία λήψης: Η γωνία από την οποία η κάμερα "βλέπει" το αντικείμενο. Από ψηλά κοιτάζοντας προς τα κάτω (πλονζέ), από κάτω κοιτάζοντας προς τα πάνω (κοντρ-πλονζέ), ή στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο.


Δ

διανομή ρόλων (casting): Η διαδικασία της επιλογής των ηθοποιών που θα ενσαρκώσουν τους ρόλους μιας ταινίας.


διανομή (distribution): Στην κινηματογραφική βιομηχανία, η διαδικασία διάθεσης της ταινίας για προβολή στο κοινό (αίθουσες, τηλεόραση, DVD κ.α.).


δικαιώματα του δημιουργού (author's rights): Τα δικαιώματα του δημιουργού όπως αυτά ορίζονται από το νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως «δημιουργοί» οπτικοακουστικών προϊόντων στην Ελλάδα (Ν. 2121/1993) αναγνωρίζονται ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος, ο μουσικοσυνθέτης και ο στιχουργός.


διπλοτυπία: Δύο εικόνες η μια πάνω στην άλλη. Δηλώνει και την τεχνική ένωσης δύο πλάνων κατά την οποία η πρώτη εικόνα σταδιακά εξαφανίζεται την στιγμή που η δεύτερη σταδιακά εμφανίζεται (dissolve).


Ε

ελλειπτικό μοντάζ: Η παράλειψη τμημάτων της αφήγησης στο μοντάζ, που καλείται να συμπληρώσει ο θεατής.


ενδο-αφηγηματικός ήχος (διηγητικός ήχος): Ήχος που έχει την πηγή του μέσα στον κόσμο της ιστορίας, είτε αυτή είναι εμφανής είτε όχι.


εξπρεσιονισμός: Στον κινηματογράφο, ένα κίνημα που έκανε την εμφάνιση του στη Γερμανία μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και μεσουράνησε τη δεκαετία του 1920, χαρακτηριζόμενο από μια τάση παραμόρφωσης της πραγματικότητας, αντί για την πιστή και αντικειμενική αναπαράστασή της.


εξω-αφηγηματικός ήχος (μη-διηγητικός ήχος): Ήχος που εντάσσεται στο κινηματογραφικό κείμενο χωρίς η πηγή του να τοποθετείται στο χώρο της αφήγησης.


εστιακή απόσταση φακού: Η απόσταση ανάμεσα στο οπτικό κέντρο του φακού και το επίπεδο εστίασης (το φιλμ ή τον ψηφιακό αισθητήρα). Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η απόσταση, τόσο μικρότερη η οπτική γωνία (τηλεφακός), όσο μικρότερη η απόσταση, τόσο μεγαλύτερη η γωνία (ευρυγώνιος).


εστίαση βάθους (deep focus): Χρήση εκτεταμένου βάθους πεδίου που κάνει τόσο τα κοντινά όσο και τα απομακρυσμένα αντικείμενα να φαίνονται ευκρινή.


εταλονάζ: Η τελική επεξεργασία της εικόνας στην οποία γίνονται φωτιστικές και χρωματικές διορθώσεις σε κάθε πλάνο της ταινίας ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό εικαστικό αποτέλεσμα. Στην ψηφιακή εικόνα η διαδικασία είναι γνωστή ως color correction.


ευρυγώνιος φακός: Φακός μικρής εστιακής απόστασης, άρα με μεγάλη οπτική γωνία. Χρήση ευρυγώνιου σε μικρή απόσταση από το θέμα έχει σαν αποτέλεσμα μια έντονη προοπτική με υπερβολή της αίσθησης βάθους.





Ζ

ζενερίκ: Ο τίτλος, τα ονόματα των συντελεστών και άλλες πληροφορίες που εμφανίζονται σαν γραπτό κείμενο, συνήθως στην αρχή ή στο τέλος μιας ταινίας.


ζουμ (zoom): Αλλαγή της εστιακής απόστασης του φακού στη διάρκεια της λήψης, με αποτέλεσμα την μεγέθυνση (zoom-in) ή σμίκρυνση (zoom-out) του αντικειμένου.


Η

ηχητικός σχεδιασμός (sound design): Η λεπτομερής διαμόρφωση του ηχητικού ύφους της ταινίας (είδη και ποιότητες ήχων) σε σχέση με την εικόνα, που γίνεται με βάση το σενάριο.


ήχος εκτός οθόνης (ήχος off, off-screen sound): Ήχος από μια πηγή που δεν βρίσκεται μέσα στο κινηματογραφικό κάδρο.


ηχόχρωμα: Η ιδιαίτερη ποιότητα ενός ήχου, που μας επιτρέπει να τον διακρίνουμε από έναν άλλο που έχει την ίδια οξύτητα και ένταση.


Κ

κάδρο: Το ορθογώνιο πλαίσιο που περιέχει την κινηματογραφική εικόνα. Οι αναλογίες του κάδρου (aspect ratio) είναι καθοριστικής σημασίας για την εικαστική σύνθεση. Με βάση τον λόγο πλάτους προς ύψος, οι καθιερωμένες αναλογίες στον κινηματογράφο είναι 1.33:1, 1.66:1, 1.85:1 και 2.35:1, ενώ στο video 4:3 και 16:9.


κανονικός (νορμάλ) φακός: Φακός μέσης εστιακής απόστασης, που προσομοιάζει την οπτική γωνία της ανθρώπινης όρασης.


κατ (cut): Κόψιμο, κοπή. Στο μοντάζ, το σημείο ένωσης δύο πλάνων. Στο γύρισμα, το τέλος της λήψης.

καρέ: Μια μεμονωμένη εικόνα πάνω στο φίλμ ή αντίστοιχα στο ψηφιακό μέσο. Η ψευδαίσθηση της κίνησης στον κινηματογράφο επιτυγχάνεται με την προβολή μιας ακολουθίας τέτοιων εικόνων με ρυθμό 24 ή 25 καρέ ανά δευτερόλεπτο.


κινούμενα σχέδια (animation): Τεχνική που χρησιμοποιεί ζωγραφισμένες αντί για φωτογραφικές εικόνες ως καρέ, προσδίδοντάς τους "κίνηση".


κοντινό πλάνο: Καδράρισμα που απεικονίζει το θέμα σε μεγάλη κλίμακα, δίνοντας έμφαση σε μια λεπτομέρεια (λ.χ. το πρόσωπο του ηθοποιού) που γεμίζει την οθόνη.


κοντρ-πλονζέ (contre-plongée): Η γωνία λήψης κατά την οποία η κάμερα βρίσκεται χαμηλότερα από το θέμα και το "κοιτάζει" προς τα πάνω.


κοντράστ (φωτιστική αντίθεση): Στη φωτογραφία, η διαφορά και κλιμάκωση τόνων μεταξύ του φωτεινότερου και σκοτεινότερου σημείου μέσα στο κάδρο.


Λ

λήψη (take): Στη διαδικασία του γυρίσματος, η αποτύπωση ενός πλάνου μέσα από μια αδιάλειπτη λειτουργία της κάμερας. Ένα σεναριακό πλάνο μπορεί να γυριστεί πολλές φορές (περισσότερες από μια λήψεις), από τις οποίες γίνεται επιλογή στο στάδιο του μοντάζ.


Μ

μελόδραμα: Δραματουργική φόρμα που θεματικά επικεντρώνεται σε διαπροσωπικές συγκρούσεις και χαρακτηρίζεται από συναισθηματική υπερβολή, συνήθως μη ρεαλιστικά θέματα και στερεότυπους χαρακτήρες.


μεσαίο πλάνο: Καδράρισμα στο οποίο η ανθρώπινη φιγούρα φαίνεται από τη μέση και πάνω, γεμίζοντας το μεγαλύτερο μέρος της οθόνης.


μιξάζ: Η τελική επεξεργασία του ήχου κατά την οποία συγχρονίζονται και ρυθμίζονται ως προς την ένταση, την κατεύθυνση και την ποιότητά τους όλοι οι ήχοι της ταινίας.


μονοπλάνο: Μεγάλης διάρκειας πλάνο, συνήθως με σύνθετη δράση ή/και κίνηση της κάμερας που καλύπτει μια ολόκληρη σκηνή (πλαν-σεκάνς).


μοντάζ: Η εργασία επιλογής και σύνδεσης των πλάνων μεταξύ τους (εικόνα και ήχος) μέσα από την οποία δομείται τελικά η ταινία.


μοτίβο: Οπτικό, ηχητικό ή/και δραματικό στοιχείο που επαναλαμβάνεται στην ταινία με σημαίνοντα τρόπο.


μυθοπλασίας ταινία (fiction film): Ταινία που αφηγείται μια ιστορία (μύθο) και περιλαμβάνει την εκτέλεση μιας προσχεδιασμένης βάσει του σεναρίου δράσης από ηθοποιούς (επαγγελματίες ή μη) με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη.


Ν

νατουραλισμός: Προσέγγιση κατά την οποία ο καλλιτέχνης επιδιώκει μια αναπαράσταση του θέματος πιστή στην εμπειρική παρατήρηση, αποφεύγοντας οποιαδήποτε αλλοίωσή του μέσω αισθητικής ή νοητικής επεξεργασίας.


νεορεαλισμός: Κινηματογραφικό κίνημα που ξεκίνησε στην Ιταλία στο τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και αντλούσε τη θεματική του από τη ζωή φτωχών, καθημερινών ανθρώπων, φέρνοντας την κάμερα σε πραγματικούς χώρους και χρησιμοποιώντας συχνά μη-ηθοποιούς στην ερμηνεία των ρόλων.


νοητός άξονας: Μια ευθεία που ορίζεται συνήθως από τη θέση των προσώπων και διαιρεί τον χώρο σε δύο τμήματα των 180 μοιρών. Υπέρβαση του άξονα στα διάφορα πλάνα που απαρτίζουν μια σκηνή αποτελεί παράβαση του συμβατικού κανόνα χωρικής συνέχειας ("κανόνας των 180 μοιρών") και θεωρείται ότι αποπροσανατολίζει τον θεατή.


νουβέλ-βαγκ (nouvelle vague): Κίνημα που άνθισε στη Γαλλία κυρίως στη δεκαετία του 1960, με χαρακτηριστικό την απελευθέρωση της κινηματογραφικής φόρμας από οποιαδήποτε σύμβαση και τη γέννηση μιας ριζοσπαστικής πολυφωνίας, συχνά με σαφείς πολιτικές αναφορές.


ντεκουπάζ: Ο "τεμαχισμός" του σεναρίου σε πλάνα, κατά τον οποίο καθορίζεται η κλιμάκωση των πλάνων, οι γωνίες λήψης, οι κινήσεις της κάμερας σε σχέση με τους ηθοποιούς και κάθε άλλη αισθητική λεπτομέρεια απαραίτητη για το γύρισμα.


ντοκιμαντέρ (ταινία τεκμηρίωσης): Ταινία που βασίζεται στην επιλεκτική καταγραφή αυθεντικής δράσης που εκτυλίσσεται χωρίς σκηνοθετική καθοδήγηση.


δημιουργικό ντοκιμαντέρ (creative documentary): Όρος που εμφανίζεται στις προκηρύξεις "development" του ευρωπαϊκού προγράμματος MEDIA. Παραγωγές που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και θέματα, αλλά απαιτούν πρωτότυπη συγγραφή σεναρίου, η οποία μάλιστα εκφράζει την άποψη του σεναριογράφου σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. Ντοκιμαντέρ, δηλαδή, με στοιχεία μυθοπλασίας, με σεναριακό σχεδίασμα για την παραγωγή του και με σαφή όρια διαχωρισμού από το ρεπορτάζ. Μόνο αυτό το είδος ντοκιμαντέρ μπορεί να υποστηριχθεί για ανάπτυξη από το πρόγραμμα MEDIA (ειδησεογραφικά προγράμματα, μαγκαζίνο, talk-shows, ριάλιτι, εκπαιδευτικά προγράμματα δεν εντάσσονται).


ντόλι: Μέσο στήριξης και κίνησης της κάμερας με ρόδες, που επιτρέπει ομαλή κίνηση τράβελινγκ με ή χωρίς αυξομείωση του ύψους.


ντουμπλάζ (Automatic Dialogue Replacement): Η επανηχογράφηση των διαλόγων μιας ταινίας στον ελεγχόμενο χώρο ενός στούντιο, λύση που υιοθετείται όταν η σύγχρονη ηχοληψία στο γύρισμα είναι ανέφικτη ή προβληματική απο θόρυβο και κακή απόδοση.


Π

πανοραμίκ: Η οριζόντια κίνηση της κάμερας όταν στρέφεται προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, γύρω από τον σταθερό κατακόρυφο άξονα.


πλάνο: Στο ντεκουπάζ, τμήμα της δράσης σχεδιασμένο να αποτυπωθεί μέσα από μια συνεχή, αδιάλειπτη λήψη στο γύρισμα. Στην τελική μονταρισμένη ταινία, το τμήμα μεταξύ δύο cut. Το πλάνο είναι η βασική δομική μονάδα του κινηματογράφου.


πλάνο εδραίωσης (establishing shot): Γενικό πλάνο, συνήθως στην εισαγωγή μιας σκηνής, που δείχνει τις σχέσεις προσώπων, αντικειμένων και σκηνικού χώρου.


πλονζέ (plongée): Η γωνία λήψης κατά την οποία η κάμερα βρίσκεται ψηλότερα από το θέμα και το "κοιτάζει" προς τα κάτω.


προοπτική: Στη δισδιάστατη απόδοση ενός τρισδιάστατου χώρου, ο καθορισμός των σχετικών μεγεθών των αντικειμένων ως συνάρτηση της απόστασής τους από το σημείο παρατήρησης. Βασικό φωτογραφικό εργαλείο ελέγχου της προοπτικής είναι η εστιακή απόσταση του φακού σε συνδυασμό με την απόσταση από το θέμα.





Ρ

ρεαλισμός: Προσέγγιση κατά την οποία ο καλλιτέχνης καταγράφει το θέμα του όπως αυτό θεωρείται ότι υφίσταται στην αντικειμενική πραγματικότητα, χωρίς ωραιοποίηση ή άλλη υποκειμενική αλλοίωση.


Σ

σεκάνς (sequence): Ένα σύνολο σκηνών που απαρτίζουν μια γενική ενότητα χώρου, χρόνου ή δράσης.


σενάριο: Το τελικό γραπτό κείμενο που περιγράφει λεπτομερώς τη δράση μιας ταινίας διαρθρωμένη σε σκηνές. Αναφέρεται συνήθως σε ταινίες μυθοπλασίας.

σκηνή: Τμήμα της δράσης μιας ταινίας που λαμβάνει χώρα σε ένα συγκεκριμένο χώρο και ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Μια σκηνή απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα πλάνα.


σινεμά-βεριτέ (cinéma verité): Μια προσέγγιση του ντοκιμαντέρ που ξεκίνησε στη Γαλλία στη δεκαετία του 1960, παρατηρώντας άτομα σε καθημερινές καταστάσεις με αυθεντικούς διαλόγους και δράση, χωρίς την καθοδήγηση αλλά συχνά με την καταλυτική συμμετοχή του δημιουργού. Βλ. και άμεσο σινεμά.


σουρεαλισμός (υπερρεαλισμός): Κινηματογραφική εφαρμογή των αρχών του κινήματος του σουρεαλισμού (surréalisme), που άνθισε στη Γαλλία στη δεκαετία του 1920. Επικεντρωμένος στο στοιχείο της έκπληξης, τη συνειρμική δομή χωρίς τον έλεγχο της λογικής και τη διερεύνηση του ασυνείδητου.


σπικάζ (voice over): Έξω-αφηγηματικός σχολιασμός παράλληλος με τα δρώμενα, από την οπτική ενός εξωτερικού αφηγητή ή ενός χαρακτήρα της ταινίας.


στέντικαμ (steadicam): Γυροσκοπική συσκευή στήριξης της κάμερας που φοριέται στο σώμα του οπερατέρ και εξαλείφει μηχανικά τους κραδασμούς κατά τη μετακίνησή του, εξομαλύνοντας τη ροή της κίνησης.


στόριμπορντ (storyboard): Οπτικοποίηση του ντεκουπάζ μέσω σκίτσων τύπου κόμικς για κάθε πλάνο, συνοδευόμενων από λεπτομερή περιγραφή, ως προεργασία για το γύρισμα.


συνοχή (continuity): Η μη διάσπαση της αφηγηματικής δράσης σε μια σειρά από πλάνα.


Τ

ταινία δρόμου (road movie): Κινηματογραφικό είδος στο οποίο οι κύριοι χαρακτήρες του έργου βρίσκονται σε διαρκή περιπλάνηση, μακριά από το σπίτι, την πόλη ή τη χώρα τους, συνήθως κινούμενοι από μια επιθυμία φυγής.


τηλεφακός: Φακός μεγάλης εστιακής απόστασης, άρα με μικρή οπτική γωνία. Χρήση τηλεφακού σε μεγάλη απόσταση από το θέμα έχει σαν αποτέλεσμα μια συμπιεσμένη προοπτική με μείωση της αίσθησης βάθους.


τράβελινγκ (travelling): Κίνηση της κάμερας με οριζόντια μετατόπισή της, συνήθως πάνω σε ντόλι. Διακρίνουμε τράβελινγκ εμπρός / πίσω όταν η κάμερα πλησιάζει / απομακρύνεται από το θέμα, ή τράβελινγκ "λατεράλ" όταν κινείται παράλληλα με αυτό.


Υ

υποκειμενικό πλάνο: Πλάνο που αποδίδει την οπτική ενός συγκεκριμένου προσώπου της σκηνής (βλέπουμε αυτό που βλέπει). Συνήθως προλογίζεται ή ακολουθείται από ένα πλάνο του συγκεκριμένου προσώπου που κοιτάζει.


Φ

φιλμ-νουάρ (film-noir): Όρος που επινόησαν Γάλλοι κριτικοί για ένα τύπο αμερικανικής ταινίας, συνήθως αστυνομικής ή θρίλερ, με χαμηλότονο φωτισμό, κυριαρχία των σκιών στο κάδρο και ζοφερή ατμόσφαιρα, που επικράτησε στις δεκαετίες του 1940 και 1950 και αναβίωσε περιστασιακά αργότερα.


Χ

χώρος εκτός πεδίου (off-screen space): Ο χώρος έξω από τα όρια του κάδρου που, αν και αόρατος, βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με την ορατή πληροφορία και αποτελεί οργανικό μέρος μιας σκηνής.



3,579 views0 comments